"ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΖΟΥΛΛΗΣ"

"Κάθε νέος δίσκος, είναι σαν να αρχίζω από την αρχή"

Συνέντευξη εφ' όλης της ύλης στην Φωτεινή Δράκου
Φωτογράφηση: Μαρία Παπαγεωργίου
Music Corner - 18/10/2004

Ονειροπόλος, ρομαντικός και αιώνιος θαυμαστής των Beatles, ο Βασίλης Καζούλλης κυκλοφόρησε μέσα στο καλοκαίρι την καινούρια του δισκογραφική δουλειά με τίτλο "Μόνο να μου γελάς" και με παρέα τον Μανώλη Φάμελλο, τον Στάθη Δρογώση, τον Domenico Bonassi αλλά και τον Γιώργο Νταλάρα και την Καίτη Κουλλιά. Το "Μόνο να μου γελάς" ήταν λοιπόν η ιδανική αφορμή να μιλήσουμε με τον Βασίλη γι' αυτό αλλά και για πολλά άλλα θέματα όπως η αγάπη του για τη μουσική, η νοσταλγία για πιο αθώες και πολύχρωμες εποχές και η ονειρικότητα της μουσικής, που τελικά, μπορεί να βοηθήσει να αλλάξει ο άνθρωπος για να αλλάξει και ο κόσμος...

Η συζήτηση έγινε όπως πάντα, στο αγαπημένο μας στέκι "Το Πάρκο", στο Πάρκο Ελευθερίας...


Κάντε "κλικ" για να κατεβάσετε το αυτόγραφο - "wallpaper"
του Βασίλη Καζούλλη,
σε ανάλυση
800Χ600 ή 1024Χ768
Artwork: MC Team


Music Corner: Ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. Όταν ξεκίνησες να ασχολείσαι με τη μουσική - γιατί ξέρω ότι είσαι και αυτοδίδακτος και άρχισες από μικρός να μαθαίνεις κιθάρα... Ήταν κάτι που είχες στο μυαλό σου να κάνεις στη ζωή σου γενικότερα ή κάτι που προέκυψε, να ασχοληθείς δηλαδή με τη μουσική, να γράφεις τραγούδια...
Βασίλης Καζούλλης: Επαγγελματικά προέκυψε. Αλλά εγώ ήθελα να μάθω κιθάρα έτσι κι αλλιώς. Μου άρεσε τόσο πολύ η μουσική που είτε ασχολιόμουν επαγγελματικά είτε όχι, κιθάρα θα ήξερα και μουσική θα ήξερα. Ήθελα να μάθω! Ήταν κάτι που μ' άρεσε πολύ, απλά έτυχε να γίνει και επάγγελμα σε εισαγωγικά, γιατί δεν είναι ακριβώς επάγγελμα. Εγώ τουλάχιστον δεν το θεωρώ επάγγελμα.

M.C.: Στη μουσική σου ακούμε επιρροές και από τη μελωδικότητα των Beatles, του Bob Dylan και Simon and Garfunkel αλλά έχεις στοιχεία και από νησιώτικη και παραδοσιακή μουσική. Πιστεύεις ότι αυτές οι επιρροές, ο δυτικός ήχος, η δυτική μουσική και τα ελληνικά στοιχεία, συνδυάζονται και αν ναι, έχουν κοινά στοιχεία;
Β.Κ.: Μπορεί να είναι διαφορετικό το μουσικό ιδίωμα, αλλά η αισθητική τους και αυτό που πάνε να προσεγγίσουνε μου φαίνεται ότι είναι το ίδιο, δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω. Πολιτισμός είναι και το ένα, πολιτισμός είναι και το άλλο. Απλά είναι από διαφορετικούς τόπους. Μουσική είναι η μία, μουσική είναι και η άλλη. Φαντάζομαι ότι αυτοί αν ζούσαν εδώ θα κάνανε αυτά που γράφουμε εμείς κι εμείς αν ζούσαμε εκεί θα κάναμε αυτά που γράφανε αυτοί! Επειδή όμως είμαστε και σταυροδρόμι εδώ πέρα, αφομοιώνουμε όλα αυτά τα ωραία πράγματα. Εμείς είμαστε και μια γενιά που ακούσαμε πάρα πολλή ξένη μουσική - ήταν της μόδας - αγαπήσαμε τη ροκ μουσική της δεκαετίας του '60 και τους τραγουδοποιούς... Επίσης, λόγω και της καταγωγής μου, επειδή κατάγομαι απ' τη Ρόδο, απ' τα Δωδεκάνησα, αγάπησα ιδιαίτερα και τη μουσική παράδοση του τόπου μου. Κι αυτά προσπάθησα να τα ταιριάξω. Δεν ξέρω αν τα καταφέρνω, πλην όμως μου βγαίνουν αυτά τα δυο στοιχεία στη μουσική και πιστεύω ότι έχω πολύ καλά ακούσματα. Δηλαδή έχω μαζέψει απ' το γυμνάσιο, με βινύλια τότε, πολύ υλικό. Έχω πάρα πολύ καλούς δίσκους και από τη ροκ και από την ελληνική μουσική. Έψαχνα πάρα πολύ να βρω πράγματα που μ' ενδιαφέρανε, που μ' αρέσανε, που με συγκινούσανε. Κι έχω ακούσει πάρα πολλές ώρες μουσική. Έχω μελετήσει πάρα πολύ τη μουσική επίσης.

M.C.: Στις δουλειές σου βλέπω ότι σε όλα στίχους και μουσική γράφεις εσύ. Από πού αντλείς συνήθως την έμπνευσή σου για τα τραγούδια σου; Επηρεάζεσαι από κάποιο βιβλίο που διάβασες, κάποια ταινία που ίσως είδες, κάτι που έζησες;
Β.Κ.: Είναι ότι κανείς κουβαλάει μέσα του από την παιδική ηλικία, είτε είναι βιβλία, είτε είναι μουσικές, είτε είναι ιστορίες, προσωπικά βιώματα, απ' το συγγενικό του χώρο, απ' τους φίλους... Είναι τόσα πολλά πράγματα, αλλά είναι και ένα βαθύτερο αίσθημα που έχει κανείς για να περιγράψει αυτό που δεν μπορεί να το ζήσει εδώ, σε γήινη κατάσταση, είναι κάτι το πιο ονειρικό η μουσική. Εγώ αυτό νιώθω ότι προσπαθώ να προσεγγίσω. Όχι ακριβώς αυτό θα λέγαμε το τέλειο, αλλά το παραμυθένιο, το ιδανικό, το ρομαντικό. Αυτό εξάλλου κάνει και κάθε είδους τέχνη, μέσα από τις τέχνες ο άνθρωπος προσπαθεί να εξωραΐσει τον εαυτό του και τη ζωή του και να φτάσει ψηλά. Έτσι απλά το καταλαβαίνω.

M.C.: Όταν γράφεις ένα τραγούδι, ξεκινάς συνήθως από τους στίχους, σου έρχεται πρώτα η μελωδία και τι είναι πιο εύκολο, να ντύσεις τα λόγια με μουσική ή το αντίστροφο;
Β.Κ.: Δεν υπάρχει τρόπος αλλά έχω μεγάλη ευκολία και στα δύο γιατί έχοντας ακούσει τόση πολλή μουσική από παιδί, μετά άρχισα μόνος μου να σκαρώνω πράγματα. Στην αρχή μπορεί να έλεγα μπούρδες ή πράγματα που δεν είχανε νόημα και οι μελωδίες μου να μην είχαν συνοχή. Αλλά το ενδιαφέρον μου ήταν να κάνω αυτό που έμαθα από τους δασκάλους αυτούς, τους τραγουδοποιούς, απ' όλα αυτά. Θυμάμαι ότι τα πρώτα τραγούδια δεν ήταν τόσο καλά, αλλά είχα ευκολία να κάνω πράγματα, άσχετα αν ήταν καλά ή όχι. Σημασία είχε ότι μπορούσα να δημιουργήσω και στίχους και μουσικές τα οποία έσβηνα, έγραφα, τα άλλαζα και πολύ γρήγορα μπόρεσα να κάνω ολοκληρωμένα τραγούδια. Και σ' αυτό με βοήθησαν όλα τα ακούσματα που είχα, γιατί πιστεύω ότι είχα φοβερούς δασκάλους απ' τους δίσκους και τα βινύλια, απ' τα ραδιόφωνα, απ' όλους τους χώρους που άκουσα μουσική. Και απ' τα πανηγύρια ακόμη! Στο χωριό μου άκουγα τραγούδια που ίσως δεν ήταν τόσο καλά "συσκευασμένα", με την έννοια ότι στο στούντιο πας και γράφεις τα τραγούδια, γράφεις βιολιά, γράφεις κιθάρες, ενώ στα πανηγύρια είναι λίγο χύμα. Αλλά αυτό το ακατέργαστο πράγμα που ακούς έχει μια γοητεία και μια ομορφιά επίσης.

M.C.: Αν δεν κάνω λάθος φέτος πρέπει να είναι και η πρώτη φορά που έγραψες τραγούδια για κάποιον άλλο καλλιτέχνη, για το δίσκο της Γλυκερίας...
Β.Κ.: Ναι, ήταν το πρώτο τραγούδι που έδωσα. Η αλήθεια είναι ότι μου ζητούσαν και παλιότερα, απλά δεν είχα την δυνατότητα να δώσω γιατί δεν είχα κομμάτια! Δεν έγραφα πάρα πολύ, με την έννοια ότι έπαιζα και αρκετά και τα σκάλιζα πάρα πολύ. Δηλαδή ήμουνα πιο τελειομανής, ήθελα να μη περισσεύει καμιά λέξη, οι μουσικές να είναι όπως τις θέλω εγώ. Νομίζω ότι δεν ήταν σωστό κι αυτό, δεν είναι καλό... Πολλές φορές το αυθόρμητο είναι καλύτερο. Ενώ έχω την ευκολία να γράφω λοιπόν, δεν το έκανα. Τώρα αρχίζω και ασχολούμαι περισσότερο μ' αυτό και μ' αρέσει. Και τότε μ' άρεσε, πλην όμως δεν ήμουνα τόσο δουλευταράς, εργατικός! Ήταν η πρωτιά και από δω και πέρα εύχομαι να μπορώ να καταφέρω να γράφω. Βέβαια αυτά που γράφω, αυτό το τραγούδι που έδωσα στη Γλυκερία, δεν το 'χα σκεφτεί ότι θα το 'δινα, το είχα γράψει και μ' αυτό τον τρόπο μπορώ να το κάνω. Δηλαδή θα γράφω τραγούδια όπως νιώθω και ξέρω εγώ και όποιος μπορεί να τα πάρει και να τα αξιοποιήσει καλύτερα...

M.C.: Πρέπει να έχει και ενδιαφέρον να βλέπεις πώς ερμηνεύει το τραγούδι σου κάποιος άλλος...
Β.Κ.: Ναι! Συγκεκριμένα με τη Γλυκερία, το είπε πάρα πολύ ωραία. Μου άρεσε έτσι όπως το άκουσα, γιατί καμιά φορά βαριέται κανείς και τον εαυτό του, να ακούει απ' τη φωνή του τα τραγούδια που γράφει ο ίδιος (γέλια).

M.C.: Όταν ξεκινάς να δουλεύεις σ' ένα νέο δίσκο, επηρεάζεσαι από τις προσδοκίες που μπορεί να έχει κάποιος απ' το Βασίλη Καζούλλη, απ' το τι μπορεί να περιμένει ο κόσμος, η δισκογραφική ή κάποιες συγκρίσεις που μπορούν να γίνουν με προηγούμενες δουλειές;
Β.Κ.: Δυστυχώς, αν και αυτό που κάνω δεν είναι επαγγελματικό, δεν υπολογίζω τι θα κάνω. Γράφω όπως μου έρχεται, όπως νιώθω εγώ, ανάλογα με το τι με απασχολεί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που γράφω τα τραγούδια μου. Και νομίζω ότι αυτό είναι και το ζητούμενο, δηλαδή να πούμε πράγματα που μας αφορούν, που μας απασχολούν κι όχι αυτά που ακολουθεί η εποχή, που πιθανόν θα μπορούσαν να γίνουν επιτυχίες κλπ. Όσα τραγούδια έκανα επιτυχίες βγήκαν στην τύχη, ποτέ δεν έχω "στήσει" τραγούδι. Κι εύχομαι να συμβαίνει πάντα αυτό, γιατί αν δεν συμβαίνει δεν θα μπορώ να είμαι στη δισκογραφία (γέλια).

M.C.: Να μας πεις λίγο και για τον καινούριο δίσκο... Καταρχάς βλέπω ότι συνεργάζεσαι στην ενορχήστρωση με τον Μανώλη Φάμελλο, το Στάθη Δρογώση και τον Domenico Bonassi.
Β.Κ.: Ναι, αυτή τη φορά ζήτησα παρέα εγώ, γιατί δεν ήθελα να πάρω όλη την ευθύνη του δίσκου. Επειδή είχα ενορχηστρώσει μόνος μου τους προηγούμενους δίσκους, κι έχω κουραστεί λίγο παραπάνω κι αν θέλεις επανέλαβα πράγματα που τα ξέρω καλά, ήθελα να ακούσω και κάτι διαφορετικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα προηγούμενα δεν μ' αρέσανε. Ήθελα να ακούσω ένα διαφορετικό ήχο και πιστεύω ο Μανώλης το είδε με μια άλλη σκοπιά, μια άλλη γωνία. Έχει ενδιαφέρον γιατί είναι πιο ηλεκτρικός ο ήχος του και τα παιδιά που συνεργάστηκε, παίξανε πολύ καλά μουσική. Μου άρεσε το αποτέλεσμα πάρα πολύ.

M.C.: Το γεγονός ότι πειραματίστηκες περισσότερο και με τον ηλεκτρικό ήχο ήταν δική σου επιλογή, είχε να κάνει και με τη συμμετοχή του Μανώλη Φάμελλου στην παραγωγή ή απλώς προέκυψε;
Β.Κ.: Στην συνεργασία έγινε κι αυτό. Συνεννοηθήκαμε πριν απ' το στούντιο πόσα περίπου θα είναι τα κομμάτια, κάναμε ένα προσχέδιο ηχητικό το οποίο επεξεργαστήκαμε και πιθανόν να μη τους άφησα να κάνουν κι αυτό που θέλανε! Γιατί εγώ έχω και μια άλλη αισθητική για τις ενορχηστρώσεις χωρίς να σημαίνει αυτό... Τελικά μέσα από τη συζήτηση πιστεύω ότι βγήκε ένα θετικό αποτέλεσμα.

M.C.: Στο "Μόνο να μου γελάς" υπάρχουν και δύο ακόμη συμμετοχές, αυτές του Γιώργου Νταλάρα και της Καίτης Κουλλιά...
Β.Κ.: Ναι, είναι δυο τραγούδια που πιστεύω ότι ζητούσαν φωνές διαφορετικές. Εγώ δεν μπορούσα να πω αυτά τα τραγούδια όπως έπρεπε. Και χάρηκα που με τιμήσανε δυο άνθρωποι, ιδιαίτερα ο Γιώργος Νταλάρας, ένας κλασικός τραγουδιστής, σπουδαίος, που ακούγαμε από παιδιά, αλλά και η Καίτη Κουλλιά, ένα νέο κορίτσι που έχει πολύ ωραία φωνή, μ' άρεσε όταν την άκουσα στο ραδιόφωνο και ζήτησα να συμμετάσχει κι αυτή. Κι αυτό δεν συνέβαινε συχνά, δεν είμαι δηλαδή απ' αυτούς που απ' την αρχή ξεκίνησαν με συμμετοχές απ' τον πρώτο δίσκο. Έκανα πέντε δίσκους και μετά άρχισα να καλώ κόσμο! Μερικά πράγματα τα κάνω όπως μου έρχονται, δεν τα σκέφτομαι πάρα πολύ. Χάρηκα όμως που γίνανε όλα αυτά σ' αυτή τη δουλειά.

M.C.: Τα περισσότερα απ' τα τραγούδια σου που έχουν αγαπηθεί είναι κυρίως μπαλάντες. Αλλά βλέπω ότι σ' αυτό το δίσκο δείχνεις και μια πιο ρυθμική όψη, όπως στο τραγούδι "Ξένη Ζωή".
Β.Κ.: Πάντα έχω και ρυθμικά τραγούδια και στον προηγούμενο δίσκο και σ' άλλους δίσκους. Ίσως τώρα δόθηκε περισσότερο ένταση στον ήχο λόγω του Μανώλη. Ή μπορεί τα λόγια να ναι λίγο πιο έντονα, ή πιο καυστικά.

M.C.: Έχω την αίσθηση όμως πως σ' αρέσουν περισσότεροι ο μπαλάντες...
Β.Κ.: Ναι κι εγώ είμαι αυτής της σχολής περισσότερο! Προτιμώ τα τραγούδια τα μελωδικά που έχουν αρμονία, απ' το να παίζεις τρεις συγχορδίες και να βαράς έντονα τις κιθάρες! Το προτιμούσα από παιδί αυτό, γι' αυτό και μ' άρεσαν ιδιαίτερα οι Beatles. Διότι οι Beatles είχαν αρμονίες, είχαν φωνητικά, είχαν ωραία μπάσα, ήταν πολύ μελετημένα αυτά που φτιάχνανε, οι ενορχηστρώσεις ήταν καταπληκτικές. Αυτή τη σχολή αγάπησα εγώ κι αυτό προσπαθούσαν να κάνω και στις μπαλάντες μου. Πλην όμως μ' αρέσανε και συγκροτήματα με πιο σκληρό ήχο όπως ήταν οι Who ή οι Kinks.

M.C.: Πόσο πιστεύεις πως έχεις αλλάξει ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος από την εποχή του πρώτου σου δίσκου, από το "Μπλε Μωρό" μέχρι σήμερα και το "Μόνο να μου γελάς";
Β.Κ.: Κάθε φορά είναι σαν ν' αρχίζω απ' την αρχή. Τώρα είμαι ας πούμε στον έβδομο προσωπικό μου δίσκο, με τραγούδια δικά μου, γιατί έχω κάνει κι ένα live... Κάθε φορά όμως νομίζω ότι είναι απ' την αρχή, με την ίδια συστολή, με την ίδια αγωνία, με την ίδια ανησυχία, πώς θα πάει, τι θα γίνει, που θα παίξω, αν θ' αρέσουν τα τραγούδια... Δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει απ' τον εαυτό του, τουλάχιστον εγώ δε νομίζω ότι μπορώ να το κάνω. Προσπάθησα να διαφυλάξω τον εαυτό μου και απ' αυτά που απορρέουν μέσα απ' τα τραγούδια, απ' τη φήμη κι όλα αυτά, προσπάθησα να κρατήσω μια ισορροπία σαν άνθρωπος και νομίζω τα κατάφερα. Γιατί ήθελα να έχω και προσωπική ζωή, να έχω ηρεμία, να μπορώ να ζω προσωπικές στιγμές, να βγαίνω, να κάνω καθημερινά πράγματα, να χαίρομαι και τη δουλειά αυτή αλλά έτσι όπως ζούσα από παιδί. Δεν το ξεχωρίζω. Έτσι όπως άρχισα σα χόμπι να μαθαίνω κιθάρα, να συμμετέχω και στη δισκογραφία. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα απολύτως αλλά έτσι έγινε!

M.C.: Τώρα που το ανέφερες, ήθελα να σε ρωτήσω κατά πόσο είναι εύκολο όταν ασχολείσαι επαγγελματικά με τη μουσική, να μπορείς να διατηρείς και το πάθος του ερασιτέχνη και να τα βλέπεις τα πράγματα με μια αθωότητα, να μη διαφθαρείς δηλαδή από το εμπορικό στοιχείο...
Β.Κ.: Είναι πολύ δύσκολο αυτό, το να κρατήσεις μια αθωότητα, γιατί ο άνθρωπος είναι αδύναμος. Έχει πάθη, έχει μικρότητες, τα οποία μέσα από τη φήμη και όλα αυτά - το χρήμα, τις κολακείες - μπορεί να βγούνε πολύ έντονα και να καπελώσουνε τη καλή πλευρά του ανθρώπου. Και τις περισσότερες φορές δυστυχώς έτσι συμβαίνει. Εγώ προσπαθώ να το διακωμωδώ. Και στις παραστάσεις μου δε βγαίνω με ένα στημένο πρόγραμμα! Πίνω καμιά μπίρα παραπάνω, λέω κανένα αστείο, αλλά λειτουργώ όπως λειτουργώ στις παρέες μου ή στα πάρτι που κάναμε μικροί. Αυτό με κάνει και νιώθω άνετα, ότι δεν έχω αλλάξει απ' αυτό το πράγμα που έγινε μέσα από τη δισκογραφία. Είχα δεν είχα επιτυχία, σαν να μη το βλέπω αυτό. Βλέπω τη χαρά της δουλειάς περισσότερο και το αποτέλεσμα παρόλο που μπορεί να μην είναι τόσο μεγάλο, με την έννοια ότι δεν το κυνήγησα να φτάσω στη πρώτη θέση. Δεν μ' ενδιέφερε αυτό τόσο πολύ, όσο να κάνω με αξιοπρέπεια και αγάπη και μεράκι αυτό που μπορώ καλά κι ότι προκύψει. Βέβαια κι αυτό καμιά φορά το σκέφτεσαι και λες γιατί να μην είχα κάνει κάτι παραπάνω, αλλά νομίζω ότι διατήρησα κάποια προσωπικά πράγματα που δεν πιστεύω ότι πρέπει να τα παζαρεύει κανείς. Έτσι απλά το σκέφτομαι.

M.C.: Όταν ξεκίνησες τη καριέρα σου είχες εμφανιστεί στην εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου, το "Ζήτω το ελληνικό τραγούδι". Σήμερα βέβαια η τηλεόραση έχει αλλάξει τελείως τον τρόπο που υποστηρίζει και προβάλλει τους καλλιτέχνες και ήθελα να σε ρωτήσω αν πιστεύεις ότι από το σημερινό τρόπο προβολής, τα reality, τα υπάρχει περίπτωση να προωθηθεί ένας τραγουδιστής που έχει ταλέντο, χωρίς όμως να πρέπει αναγκαστικά να ακολουθήσει το σουξέ...
Β.Κ.: Το παράταιρο σ' αυτή την ιστορία είναι ότι παλιά έπρεπε να αποδείξεις κάτι για να μπεις στο χώρο, να δημιουργήσεις κάτι ωραίο και ακολούθως ερχόταν η φήμη. Τώρα λειτουργεί ανάποδα! Πρώτα δημιουργείται η φήμη και μετά ψάχνουν να σου δώσουν τραγούδια. Μου φαίνεται ανορθόδοξο. Εντάξει, η εποχή είναι διαφορετική, προσπαθώ να το δω κι αυτό με συμπάθεια και κατανόηση και τα reality κι όλα αυτά, αλλά δε νομίζω ότι όλα αυτά τα πράγματα οδηγούνε κάπου. Μπερδεύουν περισσότερο τη κατάσταση, μας αποδιοργανώνουν και μας πάνε σε λάθος δρόμους. Η μουσική όμως δεν χάνει την αξία της και πιστεύω ότι τίποτα δεν πάει χαμένο και μπορεί κι αυτά να μη κρατήσουν πολύ. Δεν ξέρω τι μπορεί να προκύψει βέβαια στο μέλλον. Πλην όμως σημασία έχει να γίνονται ωραία πράγματα και όχι να προσπαθούμε να αναποδογυρίσουμε τη ζωή.

M.C.: Τελικά τα πράγματα είναι πιο εύκολα για ένα μουσικό που ξεκινάει σήμερα ή πιο δύσκολα σε σχέση με δέκα ή είκοσι χρόνια πριν;
Β.Κ.: Τώρα δημιουργείται γρηγορότερα η φήμη, ενώ εμείς έπρεπε να αποδείξουμε ότι έχουμε τραγούδια για να ακουστούμε. Τώρα γίνεται το ανάποδο. Αυτό όμως δεν είναι φυσιολογικό. Δηλαδή μέσα απ' τη τηλεόραση αποκτούν πολύ γρήγορα φήμη, μ' ένα τραγούδι κανείς μπορεί να κάνει πωλήσεις, να γίνει πολύ γνωστός. Αυτά όμως είναι παράταιρα πράγματα. Είναι μια πλαστική εικόνα που παρουσιάζεται αυτή... Η αξία στη μουσική είναι περισσότερο στο τι λένε τα τραγούδια. Από εκεί και πέρα τα άλλα όλα είναι ένα παιχνίδι, δεν είναι η πραγματικότητα.

M.C.: Για την λεγόμενη κρίση στην ελληνική δισκογραφία πιστεύεις ότι φταίει όπως λένε η πειρατεία ή είναι πιο βαθιές οι αιτίες; Γιατί δηλαδή ο κόσμος δεν ακούει τόσο μουσική, καλή μουσική; Είναι κάτι που όντως συμβαίνει ή πρόκειται για μια πλασματική εικόνα;
Β.Κ.: Πιστεύω ότι είναι λιγότερες οι ευκαιρίες για την καλή μουσική. Δεν ξέρω γιατί γίνεται αυτό. Περισσότερο γίνονται γνωστά πράγματα που είναι άμεσης κατανάλωσης. Αυτό είναι μια δυσκολία για ανθρώπους που προσπαθούνε να κάνουν κάτι διαφορετικό, προσπαθούνε με σωστό τρόπο να κάνουν μουσική. Πάντως προσπαθώ να μη νιώθω ότι είμαι έξω απ' αυτή την εποχή. Κι αυτό είναι μια δυσκολία, γιατί βλέπεις όλα αυτά γύρω σου, τηλεοράσεις, όλες αυτές οι παραστάσεις που θα 'λεγα ότι είναι μίζερες, βασανιστικές. Βλέπεις στις ειδήσεις όλο δυστυχία, μιζέρια, πόλεμος, σε ψυχοπλακώνει! Και όμως, μετά βγαίνεις μια βόλτα με τους φίλους σου και βλέπεις ότι τα πράγματα είναι ωραία. Έτσι είναι και με τη μουσική. Τρως ένα ψυχοπλάκωμα από ένα πράγμα που είναι βαρύ, που δεν έχει αξία και μετά πας και βλέπεις κάτι πιτσιρικάδες που παίζουν σ' ένα μπαράκι, ακούς κανένα ωραίο τραγούδι και λες, μα είναι ωραία η μουσική, δεν είναι αυτό που μας δείχνουνε τελικά. Αυτό συμβαίνει και προσπαθώ να δω αισιόδοξα τα πράγματα.

M.C.: Εσύ τι μουσική ακούς;
Β.Κ.: Εγώ ακούω τα πάντα. Δεν παύω να ακούω τα κλασικά που αγάπησα από παιδί και μάλιστα επιστρέφω συχνά και τους ξαναμελετάω. Τους Beatles ας πούμε τους ξαναμελετάω, τις αρμονίες τους, τα φωνητικά τους κι όλα αυτά. Με βοηθούν κι εμένα να μπορώ να γράφω και να χω μια αισθητική στα πράγματα - θέλω να πιστεύω ότι έχω αισθητική, μπορεί και να μην είναι καλή η αισθητική μου. Απλώς από κάπου έμαθα κάποια πράγματα. Προσπαθώ όμως να ακούσω και καινούριες μουσικές, αν και δύσκολα μου αρέσει κάτι πια. Γιατί πιστεύω ότι τώρα προχωράνε οι παραγωγές, οι ενορχηστρώσεις, αλλά επί της ουσίας η δημιουργία έχει πάει πίσω. Το '60 γίνονταν σπουδαία πράγματα και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και τώρα δημιουργείται μουσική που έχει να κάνει περισσότερο με την ένταση, το beat και τον εντυπωσιασμό παρά με το ίδιο το τραγούδι.

M.C.: Υπάρχει πάντως μια τάση, ειδικά στο εξωτερικό με αρκετά συγκροτήματα που αναπαράγουν τον ήχο της δεκαετίας του '60...
Β.Κ.: Ναι. Και τελικά βλέπεις ότι όλα τα συγκροτήματα που βγαίνουνε τώρα θυμίζουνε τα συγκροτήματα του '60. Οι πάντες! Ειδικά τους Beatles, που έχουν επηρεαστεί όλοι, ακόμη και οι μουσικοί του '70. Που κι αυτοί βέβαια ουσιαστικά πήρανε τις διάφορες μουσικές και τις βάλανε μ' ένα δικό τους στυλ που ήταν πάρα πολύ όμορφο. Κάτι αντίστοιχο έχουμε κι εδώ με τους δικούς μας, ο Τσιτσάνης, μετά ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης κι ο Σαββόπουλος, συγχωνεύσανε διάφορα στοιχεία και δημιούργησαν τη δική τους μουσική. Εμείς όλα αυτά τα ακούσαμε και τα' αγαπήσαμε και προσπαθήσαμε να κάνουμε κάτι που ίσως είναι λίγο πιο άμεσο, με την έννοια ότι εμείς προσπαθήσαμε με πιο απλό τρόπο να περιγράψουμε πράγματα.

M.C.: Να πούμε λίγο για τις συναυλίες. Πώς είναι στα live τα πράγματα, πόσο εύκολο είναι να αλλάζεις τον τρόπο που έχεις πει ένα τραγούδι πάρα πολλές φορές, να πειραματίζεσαι;
Β.Κ.: Εγώ πιστεύω ότι κάθε φορά τα λέω διαφορετικά! Γιατί είναι διαφορετική κι αίσθηση που σου δίνει το κοινό, ο χώρος είναι διαφορετικός κάθε φορά, οι μουσικοί δε παίζουν κάθε φορά το ίδιο πράγμα, γιατί άλλα κέφια έχει κάθε φορά ο καθένας... Μπορεί να έχει μαλώσει με τη δικιά του, μπορεί το ένα, μπορεί το άλλο! Εγώ πάλι κάθε φορά άλλη αίσθηση έχω και πιστεύω ότι κάθε φορά είναι διαφορετική. Δεν προσπαθώ ο ίδιος να αλλάξω τα τραγούδια. Αν μου έρθει να το κάνω εκείνη την ώρα που τραγουδάω θα το κάνω. Αλλά μ' αρέσει να αλλάζω περισσότερο όχι τα δικά μου τραγούδια (γιατί τα θεωρώ κάτι σα δεδομένο, ο τρόπος που τα παίζω κλπ.). Μ' αρέσει να κάνω διασκευές σε τραγούδια άλλων που αγάπησα και βάζω στο πρόγραμμά μου, όπως Beatles, παραδοσιακά τραγούδια απ' τα Δωδεκάνησα, Σαββόπουλο, Ξαρχάκο... Παίζω διάφορα πράγματα κατά καιρούς που εκεί μπορεί να κάνω καλύτερα τον πειραματισμό, έτσι όπως το νιώθω εγώ.

M.C.: Με τον κόσμο που σ' ακούει κι έρχεται στις συναυλίες σου, ποια είναι η σχέση σου;
Β.Κ.: Θέλω να πιστεύω ότι είναι παρεΐστικη. Δηλαδή δημιουργείται μια ατμόσφαιρα "φοιτητική". Και γι' αυτό και βλέπω και χαίρομαι που πάντα υπάρχουν οι νέοι άνθρωποι στο κοινό μου, μου δίνουνε χαρά... Νιώθω ότι το να απευθύνεται κανείς στο νέο κόσμο είναι πάντα και μια πηγή έμπνευσης και μια ώθηση για να κάνεις καλύτερα πράγματα. Και μ' αρέσει αυτό. Χαίρομαι γιατί φεύγουνε με χαμόγελο όλοι και μου λένε μπράβο, περάσαμε πολύ ωραία, μας έκανες και χαρήκαμε... Δηλαδή μου λένε τέτοια πράγματα κι εγώ παρόλο που θα έλεγε κανείς ότι τα τραγούδια μου είναι λίγο μελαγχολικά - έτσι μου λένε - το αποτέλεσμα δεν είναι ωστόσο απαισιόδοξο.

M.C.: Στο παρελθόν έχεις παίξει στο Liverpool αλλά είχες διακριθεί και στο Διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής του Λάχτι στη Φιλανδία. Αυτά ήταν μέρος μιας συνειδητής προσπάθειας και για καριέρα έξω απ' τα σύνορα της Ελλάδας ή απλώς προέκυψαν;
Β.Κ.: Τότε στη Φιλανδία που είχα πάει μου είχε γίνει πρόταση για να κάνω μια δουλειά έξω, πλην όμως από εδώ δε φρόντισαν απ' την εταιρεία. Δεν ξέρω για ποιο λόγο, δεν το σχολιάζω. Απλά λέω ότι δεν έγινε. Τώρα εγώ δεν πήγα βέβαια για να κάνω καριέρα εκεί έξω, γιατί φυσικά είναι πολύ δύσκολο. Όχι πως δεν πιστεύω ότι δεν μπορεί να κάνει ένας Έλληνας καριέρα έξω, μπορεί, απλά θέλει τις προϋποθέσεις: ένα μάνατζερ, μια εταιρεία από εδώ να φροντίσει να συνεργαστεί με κάποια έξω, να στέλνει τα τραγούδια, να έχει μια καλή διανομή, να παίζεις έξω κι όλα αυτά. Δεν ξέρω πώς γίνονται! Απλά έπαιξα στους Έλληνες φοιτητές, με καλέσανε, είχα και ξένο κοινό από τις παρέες των φοιτητών. Περισσότερο χάρηκα γιατί πήγα στη γενέτειρα των Beatles. Εγώ ένιωθα ότι πήγαινα όπως πάω και παίζω Κύπρο ή Θεσσαλονίκη - έτσι έπαιξα και στην Αγγλία! Δεν κοκορεύομαι γι' αυτό, το χάρηκα για λόγους άλλους. Δεν τρέχει τίποτα! Αν είναι να κάνεις καριέρα έξω μπαίνουν άλλες προϋποθέσεις.

M.C.: Τελικά η διεθνής καριέρα για τους έλληνες δημιουργούς είναι τόσο δύσκολη αποκλειστικά λόγω της γλώσσας ή έχει να κάνει και με το γεγονός που είπες, ότι δεν υπάρχει η σωστή οργάνωση από την πλευρά των δισκογραφικών κλπ;
Β.Κ.: Όντως δεν υπάρχει υποστήριξη... Οι Άγγλοι ας πούμε έχουν μια τεράστια μουσική βιομηχανία. Η δισκογραφία τους στηρίζει αν δεν κάνω λάθος το 30% της οικονομίας τους! Εμείς σ' αυτό το τομέα είμαστε πολύ αδύναμοι. Εμείς τώρα φτιάξαμε το Μετρό ακόμα! Μακάρι να γίνει κάτι, γιατί είναι σπουδαία η Ελληνική μουσική. Δεν σημαίνει ότι επειδή αγαπώ τους Beatles δεν αγαπώ την ελληνική μουσική, ισάξια τα αγαπώ, ίσως και παραπάνω την ελληνική. Βέβαια υπάρχουν καλλιτέχνες που πάνε έξω πια όπως η Ελευθερία Αρβανιτάκη και άλλοι ακόμα. Θέλω να πιστεύω ότι θα γίνει σιγά-σιγά κι αυτό, γιατί όχι;

M.C.: Ανάμεσα στις επιρροές σου είναι και ο Bob Dylan, που έχει γράψει και πολλά τραγούδια με πολιτικό περιεχόμενο. Ένας καλλιτέχνης πρέπει να ασχολείται με πολιτικά θέματα ή είναι κάτι που τον περιορίζει;
Β.Κ.: Πιστεύω ότι η πολιτική είναι στάση ζωής, είναι η καθημερινότητα καταρχάς. Ακόμη κι απ' την εμπειρία που είχα απ' το Πανεπιστήμιο, έβλεπα ότι τελικά τα πράγματα δεν ήταν αυτό που έλεγε ο καθένας ξεχωριστά. Άλλα λέγανε κι άλλα κάνανε! Εγώ επειδή ήμουν άνθρωπος που ήθελα να νιώθω ελεύθερος, δεν ήθελα να ενταχθώ σε νοοτροπίες και κομματικές σκέψεις, δεν μου άρεσε αυτό το πράγμα καθόλου. Αλλά σαν άνθρωπος προσπαθούσα να προσφέρω στο διπλανό μου, κι αυτό είναι μια στάση πολιτική. Ή προσπαθούσα να μην εκμεταλλεύομαι τους άλλους. Αυτό είναι προτιμότερο απ' το να λέω ότι είμαι σ' ένα κόμμα και να κάνω 15 πολυκατοικίες! (γέλια) Επίσης δεν κατηγορώ αυτούς τους ανθρώπους που κάνουν πολιτικό τραγούδι, αλλά εμένα μ' ενδιέφερε περισσότερο το ερωτικό τραγούδι ή το κοινωνικό, όχι το "ενταγμένο" τραγούδι... Ας πούμε τα τραγούδια τα ερωτικά του Dylan ήταν σπουδαία! Βέβαια κι αυτοί ζήσανε σε μια εποχή που ήταν έντονα τα κοινωνικά προβλήματα. Το '60 συνέβαιναν πάρα πολλά πράγματα. Τώρα η εποχή που γράφουμε εμείς δεν είναι τόσο πολύ έντονη, ώστε να μιλάς για τέτοια πράγματα. Είναι μια πάρα πολύ διαφορετική εποχή κι ο έρωτας είναι διαρκής κι είναι και κάτι που από εκεί ξεκινάνε τα πάντα.

M.C.: Η μουσική μπορεί να αλλάξει τον κόσμο; Γιατί ήταν μια ιδέα που ήταν πολύ έντονη στο '60...
Β.Κ.: Η μουσική να αλλάξει τον κόσμο... Ο άνθρωπος πρέπει ν' αλλάξει. Αν πίνεις το αίμα του φίλου σου ας πούμε και μετά θες να κάνεις επανάσταση για να αλλάξεις τον κόσμο, κουραφέξαλα! Τα 'χω δει χιλιάδες φορές αυτά και πιστεύω ότι οι άνθρωποι πρέπει να αλλάξουν μέσα τους, να γίνουν καλύτεροι για να αλλάξει ο κόσμος. Η μουσική βοηθάει πάρα πολύ τον άνθρωπο να επικοινωνήσει, να γίνει καλύτερος, βοηθάει τα παιδιά αντί να μπλέκουνε με ουσίες και τέτοια, να ασχοληθούν με κάτι που έχει ενδιαφέρον και τους βγάζει απ' τους κακούς δρόμους, έτσι ναι. Αλλά εμείς να βγούμε στο δρόμο και να τα γκρεμίσουμε όλα και να κάνουμε καινούριο κόσμο, αυτά δε γίνανε ποτέ. Μου φαίνεται ότι ο άνθρωπος πρέπει να αλλάξει μέσα του και να βοηθήσει τη κοινωνία στη συνέχεια.

M.C.: Στη χώρα μας πιστεύεις ότι η μουσική έχει τη θέση που της αξίζει; Ενώ έχουμε σημαντικούς καλλιτέχνες και στο παρελθόν και τώρα, ο κόσμος εξακολουθεί να την αντιμετωπίζει σαν κάτι το υποδεέστερο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι το μάθημα της μουσικής στα σχολεία είναι δευτερεύουσας σημασίας και όταν ένα νέο παιδί θέλει να ασχοληθεί με αυτήν, η κλασική ερώτηση που θα του κάνουν είναι "ναι, αλλά τι δουλειά θα κάνεις;".
Β.Κ.: Ναι, γιατί βλέπουνε το επαγγελματικό ζήτημα, σου λένε πώς θα ζήσει... Είναι όντως ένα επάγγελμα που δεν σου δημιουργεί ασφάλεια, σίγουρα. Κι εμένα οι γονείς μου θα θέλανε ίσως να έχω τελειώσει την ΑΣΟΕΕ και να δουλεύω σε μια τράπεζα. Αλλά εγώ αγαπούσα τη μουσική, ασχολήθηκα μαζί της, με το ρίσκο που έχει η επιλογή μου (γιατί θα μπορούσα να έχω μια ασφάλεια οικονομική, αλλά δεν την έχω), έκανα του κεφαλιού μου! Δεν το μετάνιωσα όμως γιατί έκανα κάτι που το αγαπούσα πάρα πολύ.

M.C.: Σ' αρέσει να ακούς τους παλιότερους δίσκους σου κι αν το κάνεις βρίσκεις πράγματα που θα 'κανες αλλιώς σήμερα;
Β.Κ.: Μπα, δεν μπορώ εύκολα να ακούω τους δίσκους μου! Πιστεύω κανείς δεν μπορεί εύκολα να ακούει τους δίσκους του, δεν μπορεί να είναι αντικειμενικός. Εντάξει, όταν τα ακούω στο ραδιόφωνο καμιά φορά χαίρομαι και μάλιστα βρίσκω κι ένα ενδιαφέρον σε ορισμένα πράγματα που έχω κάνει. Αλλά είναι λίγο περίεργο ο καθένας να ασχολείται με τον εαυτό του, περισσότερο πρέπει να ασχολείται με τους άλλους για να γίνεται καλύτερος. Δεν μπορεί να αυτοδικαιώνεται ο καθένας. Αυτό το πράγμα που κάνεις εσύ, αν έχει μια αξία στο επιστρέφει ο κόσμος. Η προσέγγιση πρέπει να είναι αληθινή σε σχέση με τη δημιουργία κι από εκεί και πέρα τα πράγματα έρχονται μόνα τους.

M.C.: Έχεις κάποιο όνειρο ή στόχο που ακόμα δεν το έχεις καταφέρει;
Β.Κ.: Πάντα ο καθένας θέλει κάτι το καλύτερο. Κι εγώ θα ήθελα να πουλάω πολλούς δίσκους, να κάνω χρυσούς και πλατινένιους, να πηγαίνω να παίζω στο εξωτερικό, αλλά δεν το έχω στο μυαλό μου αυτό το πράγμα. Ή θέλω να γράφω τραγούδια καλύτερα απ' αυτά που έγραφα στο παρελθόν. Αν έρθουνε θα έρθουνε! Δεν μπορώ να μπω στις διαδικασίες να λέω έχω αυτό το στόχο και να πηγαίνω σκαλοπάτι - σκαλοπάτι σε κάτι, μου δημιουργεί μια δυσφορία αυτό, σαν να με βγάζει απ' την αυθόρμητη σχέση που έχω με τη μουσική. Άλλοι το κάνουνε και μπαίνουν σε κινδύνους, εγώ δε θέλω να το κάνω, δεν το σκέφτομαι. Αν το ένα στάδιο έρθει μετά το άλλο κι είναι τα πράγματα μόνα τους, μακάρι.

M.C.: Υπάρχουν τραγούδια που να τα έχεις γράψεις σε πολύ έντονες ή δύσκολες στιγμές κι αυτά σ' αρέσει να τα τραγουδάς στις συναυλίες ή τα αποφεύγεις;
Β.Κ.: Το παράξενο είναι ότι τα τραγούδια, ακόμα και τα πιο μελαγχολικά ή τα πιο βαριά αν θέλεις - δεν έχω βαριά τραγούδια εγώ, έτσι μου λένε τουλάχιστον - δεν τα γράφω σε δύσκολες στιγμές, τα γράφω σε χαρούμενες στιγμές! Όταν είμαι στεναχωρημένος δεν μπορώ να γράψω μουσική. Αλλά όταν βρεθώ στο χώρο μου με τη κιθάρα μου και με τις σκέψεις και μ' όλα αυτά που μ' απασχολούν, με τις αγωνίες που έχω σαν άνθρωπος κι όλα αυτά, η χαρά μετατρέπεται σε κίνηση, σε μια διάθεση να ξαναβρώ την χαμένη παιδικότητα ή το χαμένο όνειρο ή όλα αυτά που λέγαμε στην αρχή, το παραμύθι και κάτι το παραδεισένιο. Αυτή είναι η διάθεση που μου έρχεται και γίνεται μια γλυκιά μελαγχολία αυτό. Μπορεί να μην είναι σωστές οι λέξεις για να το περιγράψω αλλά έτσι συμβαίνει συνήθως.

M.C.: Το χειμώνα θα σε δούμε κάπου, θα εμφανίζεσαι σε κάποια σκηνή;
Β.Κ.: Και σ' αυτό το πράγμα δεν είμαι πολύ καλός, όπως δεν είμαι καλός στο να βάζω στόχους! Δεν είμαι καλός στο να προγραμματίζω συναυλίες! Πιθανόν αυτά να μου έχουν κάνει κακό στην εργασία μου, γιατί δεν μπορεί να μαθαίνει και ο κόσμος που να με βρίσκει κι όλα αυτά, αλλά δεν ξέρω πώς έχει συμβεί αυτό. Θα γίνουν πάντως κάποιες εμφανίσεις. Κάποιες που μπορώ να ανακοινώσω είναι στην Κύπρο και στη Ρόδο, νησιά μες στο χειμώνα δηλαδή και θα κάνω σε κάποια κλαμπ. Έτσι συμβαίνει πάντα χωρίς να το προγραμματίζω! Συμβαίνει τόσο όμορφα και είναι και κάπως γοητευτικό.

M.C.: Αν μετά από 100 χρόνια γραφόταν μια εγκυκλοπαίδεια για την ελληνική μουσική, τι θα 'θελες να γράφει για το Βασίλη Καζούλλη;
Β.Κ.: Δεν το σκέφτομαι καν και δεν με απασχολεί. Και δεν πρέπει να μ' απασχολεί! Εμένα μ' ενδιαφέρει τι κάνω σ' αυτή τη ζωή σε σχέση μ' αυτό το πράγμα που ξέρω και έχω αγαπήσει όλα αυτά τα χρόνια. Από εκεί και πέρα το τι θα ειπωθεί και τι θα μείνει... Μπορεί και να μη μείνει και τίποτα! Εμένα μ' ενδιαφέρει να κάνω με εντιμότητα και αγάπη και με όσο περισσότερο ταλέντο και έμπνευση μου δοθεί καλύτερα αυτή τη τέχνη, να εξασκήσω αυτή τη τέχνη που ξέρω, να γράφω τραγούδια, να τραγουδάω, να παίζω, να με βλέπει ο κόσμος, να χαίρεται. Εδώ δεν σκέφτομαι την επόμενη συναυλία, θα σκέφτομαι τι θα γραφτεί στο βιβλίο; Απλά θα με παρηγορούσε να ξέρω ότι με χαρά ακούν αυτά τα τραγούδια οι άνθρωποι, ότι τους συντροφεύουν, τους δίνουνε αισιοδοξία, να μην είναι τραγούδια που θα τα ακούνε και θα παίρνουνε λάθος μηνύματα ή θα τους ρίχνουν ψυχολογικά. Έτσι απλά!

Και έτσι απλά τελείωσε και η κουβέντα μας με τον Βασίλη Καζούλλη. Τον ευχαριστούμε πολύ!


BAR RESTAURANT CAFE
ΠΑΡΚΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (Βασ. Σοφίας) 210.7223784


*** Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο Πάρκο Ελευθερίας στην Βασ. Σοφίας, στο Μέγαρο Μουσικής (Bar-Restaurant-Cafe, τηλ. 210.7223784).

*** Oι φωτογραφίες έχουν τραβηχθεί με ψηφιακή φωτογραφική μηχανή, Olympus.
*** Απαγορεύεται η αναδημοσίευση υλικού (κειμένων ή φωτογραφιών) χωρίς την άδεια του Music Corner.